ἑλκεσίπεπλος

ἑλκεσί-πεπλος [ῐ], ον,
A trailing the robe, with long train, Il.6.442, al., Mus.286, Nonn.D.1.103.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελκεσίπεπλος — ἑλκεσίπεπλος, ον (Α) φρ. «Τρῳάδας ἑλκεσιπέπλους» τις Τρωάδες που σέρνεται ο πέπλος τους, με τους μακριούς πέπλους …   Dictionary of Greek

  • ἑλκεσίπεπλος — trailing the robe masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεσίπεπλον — ἑλκεσίπεπλος trailing the robe masc/fem acc sg ἑλκεσίπεπλος trailing the robe neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεσιπέπλους — ἑλκεσίπεπλος trailing the robe masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεσίπεπλοι — ἑλκεσίπεπλος trailing the robe masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • αλεξι- — Γλωσσ. α συνθετικό ονομάτων τής Αρχαίας και τής Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα. Ετυμολογικά συνδέεται με το ρ. ἀλέξω «προστατεύω, αποκρούω, υπερασπίζω», ανήκει δε στην κατηγορία τών αρχαίων συνθέτων με ρηματικό α συνθετικό σε (σ)ι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.